Register
A password will be e-mailed to you.

Tον Πάνο Μουζουράκη δεν ξέρεις πότε­ να τον πάρεις στα ­σοβαρά και πότε όχι –ή πόσο θα παραμείνει σοβαρός μέχρι να το γυρίσει στην ειρωνεία και στην πλάκα– και αυτό είναι που τον κάνει απολαυστικό entertainer. Για παράδειγμα, σε ένα από τα σκετς της μουσικής παράστασης «Δον Παναγιώτης» στο «Anodos Live Stage» μιλάει για bullying από τη δισκογραφική εταιρεία του, παρόντων μάλιστα κάποιων­ από τους ανθρώπους της: λέει ότι η υπεύθυνη δημοσίων­ σχέσεων πρέπει αναγκαστικά να έχει τον ρόλο της «κακιάς» για να κρατάει τις ισορροπίες (η Μυρτώ Ναούμ τραγουδά το «Bad» του Michael Jackson) και ότι οι άνθρωποι της εταιρείας είναι «ballbusters» (τραγουδάει ο ίδιος το θέμα της ταινίας «Ghostbusters» αντικαθιστώντας τη λέξη στο ρεφρέν με το «ballbusters»). Οι γνώστες της (ελληνικής) δισκογραφίας γελούν με τα υπονοούμενα, οι υπόλοιποι γελούν με τους μουσικούς συνειρμούς, ενώ πίσω από όλα αυτά αιωρείται το ερώτημα ποια είναι τελικά η σχέση δισκογραφικών και καλλιτεχνών.

 ©Fotis Konstantopoulos
©Fotis Konstantopoulos

Άλλο ένα παράδειγμα της αμφισημίας του Μουζουράκη: απαντώντας σε όσους υποστηρίζουν ότι έχει στόφα «καλλιτέχνη εξωτερικού», αναρωτιέται πώς γίνεται «να αφήσεις αυτήν τη χώρα, την Ελλαδίτσα» και τραγουδά με πονεμένο τρόπο τα «Αχ, να σε δω», «Φεύγω», «Τζιβαέρι» και «Αχ Ελλάδα», ενώ αμέσως μετά εξηγεί γιατί η ξενιτιά μπορεί να είναι η μόνη λύση για κάποιους και γιατί η Μποφίλιου είχε δίκιο για τη «δικτατορία της Ε.Ε.» ανακατεύoντας τα «Ξημερώματα» του Κωνσταντίνου Αργυρού με το «Αχ Ευρώπη» του Τζίμη Πανούση.

Το πρώτο μέρος του «Δον Παναγιώτη» είναι το πιο θεατρικό, με τα κείμενα του ηθοποιού και stand up κωμικού Ζήση Ρούμπου να τοποθετούν σε ένα καλούπι (όσο αυτό γίνεται) το λεκτικό ντελίριο του Μουζουράκη: οι δυο τους μονομαχούν με τα λόγια, με γροθιές και φωτόσπαθα (ευκαιρία να ακουστεί το –κατά τον δημιουργό του– αδικημένο «Φωτόσπαθο»), αλλά θυμούνται και τα εφηβικά τους χρόνια με τις πρώτες τσόντες και τις πρώτες βόλτες με μηχανάκι.

 ©Fotis Konstantopoulos
©Fotis Konstantopoulos

Μετά το διάλειμμα, που διαρκεί όσο μια πτήση από Αθήνα στο Λος Άντζελες την οποία παρακολουθούμε σε προβολή, το δεύτερο μέρος ξεκινά με πολλές υποσχέσεις με το «Creep» των Radiohead, το «Can’t Take My Eyes Off You» και το «Να με προσέχεις», ενώ στη συνέχεια κάνει την εμφάνισή του ο Μιχάλης Παούρης, ο οποίος παίζει μπουζούκι σαν να έχει μπει στον επιταχυντή του CERN. Όσο ζαλιστική είναι η δεξιοτεχνία του Παούρη (που παίζει μια δική του latin σύνθεση, συνοδεύει τη Ναούμ στο «Nah neh nah» και τον Μουζουράκη στο «Πού ’σαι Θανάση») άλλο τόσο ζαλιστική είναι και η εναλλαγή ειδών.

Από το παλαβό «Σαλάμι» μέχρι το ρομαντικό «Φίλα με ακόμα», με ένα τραγούδι ενδιάμεσα ειδικά γραμμένο για την παρουσίαση των συντελεστών, αυτό το μέρος χρειάζεται συμμάζεμα για να μην είναι κουραστικό. Εδώ παρακολουθούμε­ κι ένα σκετς όπου ο Μουζουράκης αναζητά τον ανώτερο εαυτό του (δεν θα αποκαλύψουμε ποιος είναι αυτός, αλλά το αποτέλεσμα της αναζήτησης είναι ευρηματικό και ξεκαρδιστικό). Κυκλώνει έτσι μια μουσική παράσταση αυτοαναφορική, αλλά για μια sui generis περσόνα όπως ο ίδιος, που φέρνει στο mainstream τα αντισυμβατικά ροκ πρότυπα, αυτό δεν είναι μεμπτό.